Ρακοκάζανα στην Κρήτη: Ρούμπες, μεζέδες και γλέντι μέχρι το πρωί

« Μ'ένα μπουκάλι τσικουδιά, και με καλή παρέα,
και τ'άσχημα τα πράματα μας φαίνονται ωραία!»

Είναι πολλές οι μαντινάδες που είναι αφιερωμένες στην τσικουδιά. Και όλες την ταυτίζουν μόνο με καλό, χαρά, γλέντι, καλωσόρισμα, αγάπη, κεφάτο μεθύσι. Το διάφανο ποτό που υπάρχει σε κάθε σπίτι και κάθε ταβέρνα στην Κρήτη είναι συγγενής της ρακής αλλά και μοναδικό στο είδος του. Δεν αρκεί μόνο να την γευτεί κανείς, δίπλα στη θάλασσα ή παρέα με μεζέ σε ένα καφενείο, για να νιώσει στον ουρανίσκο το ευχάριστο κάψιμο που έχει σφυρηλατήσει τον χαρακτήρα και την ψυχή των Κρητικών. Είναι εξίσου δυνατή εμπειρία το γλέντι της απόσταξης, η στιγμή της παραγωγής, η αγωνία για την ποιότητα και το ζεστό γλυκόπιοτο απόσταγμα που σε κάνει να ξεχάσεις μέχρι και τ'όνομά σου!

Η διαφορά της τσικουδιάς από την ρακή και το ούζο είναι ότι υφίσταται μονή απόσταξη, χωρίς την προσθήκη βιομηχανικής ή τεχνητής αλκοόλης ή άλλων φυτών-αρωματικών που θα τροποποιήσουν την γεύση της. Για το λόγο αυτό, συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο αγνά και καθαρά ποτά.

Ύστερα απ'τον τρύγο του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου, και το πάτημα των σταφυλιών, οι Κρητικοί μαζεύουν τα τσίκουδα, ή αλλιώς στράφυλα ή στέμφυλα, δηλαδή τις φλούδες, τα τσάμπουρα και τα κουκούτσια απ'τα σταφύλια. Αυτά μπαίνουν σε βαρέλια και αφήνονται να ζυμωθούν για 40 μέρες. Καθώς μπαίνει ο Νοέμβριος, έρχεται η ώρα για τα πρώτα καζανέματα.

Τα καζανέματα γίνονται στα ορεινά χωριά της Κρήτης. Όσοι έχουν την κατάλληλη άδεια (ο θεσμός ξεκίνησε το 1920 επί Βενιζέλου), διαθέτουν ειδικές αίθουσες, με ένα ρακοκάζανο στη μέση και τραπέζια γύρω γύρω. Ο πελάτης κλείνει την αίθουσα και φέρνει την πρώτη ύλη, η οποία μπαίνει στο καζάνι. Από κάτω ανάβει φωτιά και τα τσίκουδα αρχίζουν να βράζουν. Θέλει πολλή προσοχή, η φωτιά να είναι χαλαρή, για να μην τσουδιστούν τα στράφυλα και τσικνιστεί το ποτό. Ο ατμός ανεβαίνει απ'το καζάνι στο λουλά, υγροποιείται και οι πρώτες σταγόνες κάνουν την εμφάνισή τους στην άκρη της ρούμπας.
Εν τω μεταξύ, φίλοι και συγγενείς, μουσικοί και επισκέπτες συγκεντρώνονται γύρω απ'το καζάνι. Η θράκα της φωτιάς χρησιμεύει για να ψηθούν πατάτες οφτές, κατσικάκι αντικριστό, απάκια και λουκάνικα, τα ιδανικά συνοδευτικά για το αγαπημένο ποτό της Κρήτης. Στα τραπέζια βρίσκει κανείς τους καρπούς της εποχής: κάστανα, μήλα και καρύδια. Οι μουσικοί παίζουν ασταμάτητα και διασκεδάζουν τον κόσμο με μαντινάδες. Η πρωτόρακη ρέει ζεστή απ'το καζάνι, κατ'ευθείαν στα ποτήρια των συνδαιτυμόνων. Όπως λένε οι ίδιοι οι Κρητικοί:

Η πρώτη φέρνει όρεξη, η δεύτερη ευτυχία, η Τρίτη φέρνει τη χαρά, η τέταρτη ευεξία.

Η Πέμπτη φέρνει έξαψη, η έκτη φλυαρία, η έβδομη τη συμπλοκή, η όγδοη αστυνομία.

Το γλέντι κρατάει μέρες και νύχτες, μέχρι να τελειώσουν τα στράφυλα του οικοδεσπότη και να κλείσει το τελευταίο μπουκάλι με τσικουδιά. Ύστερα, η αίθουσα είναι κλεισμένη για τον επόμενο μερακλή.

Τέτοιες μέρες λοιπόν, αναζητήστε στα ορεινά της Κρήτης τους περίφημους καζανάδες ή ρωτήστε κάποιον γνωστό σας αν ετοιμάζεται να πάει σε κάποια γιορτή! Γευτείτε μια γουλιά από την πρώτη τσικουδιά της χρονιάς και νιώστε την καρδιά σας να χτυπά στους ρυθμούς της μουσικής και του κεφιού ενός αυθεντικού, κρητικού γλεντιού.